Του Παιδιάτρου Γεωργίου Τσόλα
Διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
www.georgetsolas.gr

Η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος εκδηλώνεται συνήθως ως σηψαιμία ή μηνιγγίτιδα, που μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή. Πρόκειται για πολύ σοβαρή λοίμωξη που τρομάζει όλους τους γονείς μόνο και μόνο με το άκουσμά της, όχι άδικα, καθώς δεν διαγιγνώσκεται εύκολα, αφού τα συμπτώματά της μοιάζουν, στην αρχή τουλάχιστον με εκείνα της γρίπης.

Οι επιπλοκές όμως που μπορεί να προκαλέσει είναι πολύ σοβαρές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μη αναστρέψιμες ή και μοιραίες. Ευτυχώς οι επιστήμονες έχουν καταφέρει να καλύψουν μέσω του εμβολιασμού όλες τις οροομάδες του μηνιγγιτιδόκοκκου, αρχικά τις A, C, W-135 και Y , ενώ τα τελευταία χρόνια προστέθηκε και ένα ακόμη εμβόλιο που προστατεύει από την πιο συχνή, απειλητική και επιθετική οροομάδα του μηνιγγιτιδόκοκκου, την οροομάδα Β.

Ο εμβολιασμός αναδεικνύεται στο πιο σημαντικό «όπλο» που έχουμε στη διάθεσή μας. Εξίσου σημαντικό «όπλο» παραμένει βεβαίως και η γνώση του «εχθρού», ώστε να είναι έγκαιρη και αποτελεσματική η αντιμετώπισή του.

Τι είναι λοιπόν η μηνιγγίτιδα και ποιους απειλεί

Η μηνιγγίτιδα είναι φλεγμονή των μηνίγγων του εγκεφάλου και μπορεί να προκληθεί τόσο από βακτήρια όσο και από ιούς. Πρόκειται για την ιογενή και την βακτηριακή μηνιγγίτιδα, αντιστοίχως. Η ιογενής μηνιγγίτιδα προκαλείται από ιούς, κυρίως εντεροϊούς, αναπνευστικούς ιούς, τον ιό έρπητα ζωστήρα-ανεμευλογιάς, τον ιό της ιλαράς ή αυτόν της παρωτίτιδας. Η νόσος δεν μεταδίδεται από άτομο σε άτομο, μεταδίδεται όμως ο ιός και ανάλογα με τον οργανισμό όπου εισβάλλει προκαλεί είτε απλή «ίωση», δηλαδή μια γριπώδη κατάσταση, είτε όμως μηνιγγίτιδα- μηνιγγοεγκεφαλίτιδα ή και άλλες επιπλοκές. Η ιογενής είναι η πιο συχνή μορφή μηνιγγίτιδας, ιδίως στην σχολική ηλικία, αλλά και η λιγότερο σοβαρή, ενώ τα αντιβιοτικά δεν προσφέρουν στην αντιμετώπισή της. Είναι, κατά κανόνα, αυτοϊάσιμη.

Η βακτηριακή ή όπως συνηθίζεται να λέγεται μικροβιακή μηνιγγίτιδα είναι λιγότερο συχνή, αλλά είναι πιο σοβαρή και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση με αντιβιοτικά και μάλιστα ενδοφλεβίως χορηγούμενα. Εκδηλώνεται μετά από προσβολή του οργανισμού από μηνιγγιτιδόκοκκο, πνευμονιόκοκκο ή αιμόφιλο ινφλουέντσας τύπου b. Οι περιπτώσεις οι οποίες οφείλονται στους δύο τελευταίους μικροοργανισμούς έχουν περιοριστεί δραστικά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, χάρη στα αντίστοιχα εμβόλια. Η μηνιγγιτιδοκοκκική, όμως, μηνιγγίτιδα / σηψαιμία παραμένει μία σοβαρή απειλή, ιδιαίτερα δε αυτή η οποία οφείλεται στην οροομάδα Β που ευθύνεται για το 85-90% των περιπτώσεων της νόσου.

Η βακτηριακή μηνιγγίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές βλάβες, όπως κώφωση, νοητική υστέρηση, κινητικές διαταραχές κ.λπ. ενώ αποδεικνύεται μοιραία σε κάποιες περιπτώσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι περίπου 5 (πέντε) παιδιατρικά περιστατικά καταλήγουν κατά μέσο όρο κάθε χρόνο στη χώρα μας μετά από νόσηση από μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα που οφείλεται στην οροομάδα Β. Ο τρόπος για να διαπιστωθεί αν η μηνιγγίτιδα είναι ιογενής ή βακτηριακή, καθώς τα βασικά συμπτώματα (πυρετός, έμετοι, κεφαλαλγία) είναι παρόμοια, είναι αποκλειστικά εργαστηριακός (γενική, καλλιέργεια και PCR εγκεφαλονωτιαίου υγρού καθώς και καλλιέργεια και PCR αίματος).

Η μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα και σηψαιμία είναι μία νόσος χωρίς διακρίσεις και μπορεί να προσβάλει κάθε ηλικιακή ομάδα, με τα βρέφη, τα νήπια, τους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες να αποτελούν τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Το 75% των περιπτώσεων μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας στη χώρα μας προκαλείται από μηνιγγιτιδόκοκκο οροομάδας Β. Στην Ελλάδα κάθε χρόνο καταγράφονται από το Eθνικό Kέντρο Aναφοράς Mηνιγγίτιδας περίπου 60- 70 περιστατικά μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, τα περισσότερα από αυτά σε παιδιά. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.), περίπου 1 στα 10 άτομα που προσβάλλονται καταλήγει, παρά τη θεραπεία. Από αυτούς που επιβιώνουν, 1 στα 5 άτομα εμφανίζει σοβαρές μόνιμες αναπηρίες, όπως εγκεφαλική βλάβη, επιληπτικούς σπασμούς, απώλεια της ακοής και μαθησιακές δυσκολίες, ενώ είναι δυνατό να υποστεί μέχρι και ακρωτηριασμό άκρων. Συνεπώς, ο καλύτερος τρόπος να προληφθεί η μηνιγγίτιδα είναι ο εμβολιασμός. Αυτό έχει αποδειχθεί περίτρανα στο παρελθόν με τον εμβολιασμό για την οροομάδα C, ο οποίος έφερε την επίπτωση της νόσου από την οροομάδα αυτή σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αφήνοντας πλέον την οροομάδα Β να κυριαρχεί. Είναι πολύ σημαντικό το ότι σήμερα το εμβόλιο για την οροομάδα Β είναι πραγματικότητα και δίνει τη δυνατότητα στην παιδιατρική κοινότητα να συμβάλλει δραστικά στη μείωση της νόσου.

Ποια είναι τα συμπτώματα της μηνιγγίτιδας

Τα συμπτώματα μοιάζουν αρκετά με αυτά της γρίπης, με αποτέλεσμα συχνά να είναι δύσκολο για τον γιατρό να κάνει την ορθή διάγνωση, ειδικά στα πρώιμα στάδιά της.
Τρία είναι τα κλασικά σημεία της νόσου: υψηλός πυρετός, πονοκέφαλος και δυσκολία στην κάμψη του αυχένα. Αυτά όμως παρατηρούνται συνήθως σε άτομα ηλικίας άνω των δύο χρόνων. Άλλα συμπτώματα είναι: ναυτία, έμετοι, έντρομο βλέμμα, φωτοφοβία, υπνηλία ή έντονη ανησυχία και ευερεθιστότητα. Στα βρέφη και στα νεογνά η συμπτωματολογία είναι πιο ασαφής: έντονη ανησυχία, βραδύτητα στη συμπεριφορά, έμετοι, άρνηση λήψης τροφής. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να εκδηλωθούν μέσα σε διάστημα μερικών ωρών μέχρι μιας ή το πολύ δύο ημερών.
Ωστόσο, από την κλινική εξέταση ο γιατρός δεν μπορεί να καταλάβει εάν πρόκειται
για ιογενή ή για μικροβιακή μηνιγγίτιδα, καθώς απαιτούνται, όπως προαναφέρθηκε, ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις που γίνονται μόνο στο νοσοκομείο.

Είναι η μηνιγγίτιδα μεταδοτική;

Όλες οι ηλικιακές ομάδες μπορούν να προσβληθούν από τη μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, αλλά βρέφη, νήπια, έφηβοι και νεαροί ενήλικες αποτελούν τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Η μετάδοση μπορεί να γίνει με τον βήχα, το φτέρνισμα και την άμεση σωματική επαφή, όπως το φιλί. Η διασπορά των μικροβίων μπορεί να γίνει και με την κοινή χρήση διαφόρων σκευών ή αντικειμένων. Επίσης, ο συνωστισμός, π.χ. στους παιδικούς σταθμούς, στα σχολεία, στις κατασκηνώσεις, στους κοιτώνες, μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες μετάδοσης. Μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν πάντως τα άτομα που βρίσκονται σε παρατεταμένη επαφή (για τουλάχιστον 5 ώρες την ημέρα) με τον ασθενή, άτομα δηλαδή που ζουν στην ίδια οικογένεια ή παιδιά που πηγαίνουν μαζί σε βρεφονηπιακό σταθμό ή σχολείο.

Θωράκιση με τον εμβολιασμό

Ευτυχώς, εδώ και αρκετά χρόνια κυκλοφορούν αποτελεσματικά εμβόλια που έχουν μειώσει κατά πολύ τα περιστατικά μηνιγγίτιδας και στη χώρα μας. Τα εμβόλια μηνιγγιτιδοκόκκου με τα οποία εμβολιάζουμε ως τώρα τα παιδιά μας, προστατεύουν αποτελεσματικά από τις 4 εκ των 5 συχνότερων οροομάδων του μικροβίου, γι’ αυτό και έχουμε σημαντική μείωση της εμφάνισής τους τα τελευταία χρόνια. Η οροομάδα όμως έναντι της οποίας ήμασταν μέχρι πρόσφατα ακάλυπτοι καθώς δεν υπήρχε αποτελεσματικό εμβόλιο ήταν η οροομάδα Β, η οποία προκαλεί το 75-90% των περιπτώσεων μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας και σηψαιμίας στη χώρα μας. Όμως, εδώ και δύο περίπου χρόνια καλύφθηκε και για τη χώρα μας και αυτό το κενό, με την έλευση του εμβολίου κατά του μηνιγγιτιδοκόκκου Β που προστατεύει τα παιδιά από την ηλικία των 2 μηνών.

Η θωράκιση μέσω του εμβολιασμού, κυρίως του ευάλωτου πληθυσμού, θεωρείται αναγκαία. Ο εμβολιασμός είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός και απολύτως ασφαλής, καθώς μάλιστα υπάρχει και η διεθνής εμπειρία με εκατοντάδες χιλιάδες επιτυχών εμβολιασμών.

Οι γονείς οφείλουν να συμβουλεύονται τον παιδίατρό τους ώστε να προστατεύσουν τα παιδιά τους από την δυνητικά θανατηφόρο αυτή λοίμωξη, όπως άλλωστε και από κάθε άλλη σοβαρή ασθένεια που τα απειλεί.

Πρόσθεσε το δικό σου σχόλιο

Όνομα: Email: